μαγειρική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγειρική μαγειρικές
γενική μαγειρικής μαγειρικών
αιτιατική μαγειρική μαγειρικές
κλητική μαγειρική μαγειρικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγειρική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μαγειρικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ʝi.ɾi.ˈci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγειρική θηλυκό

  1. η τέχνη του να μαγειρεύει κανείς φαγητά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μαγειρική

Ομώνυμα[επεξεργασία]