μαγειρική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαγειρική οι μαγειρικές
      γενική της μαγειρικής των μαγειρικών
    αιτιατική τη μαγειρική τις μαγειρικές
     κλητική μαγειρική μαγειρικές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγειρική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μαγειρικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ʝi.ɾi.ˈci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγειρική θηλυκό

  1. η τέχνη του να μαγειρεύει κανείς φαγητά
  2. τάδε μαγειρική: διαφορετική "σχολή" και τεχνικές μαγειρέματος, ιταλική ~, γαλλική ~, ιαπωνική ~, σιγκαπουριανή ~

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μαγειρική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]