μαγεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαγεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μαγεύω, μαγεύομαι
Μετοχή
[επεξεργασία]μαγεμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη μαγεύω
- ※ μ’ ανεβρυτό περνάει φτερό κι ανεβοκατεβαίνει / στη φλόγινη αστραπή / χρυσός, πρασινογάλανος, φωτιά, σε μαγεμένη / διαβατική σιωπή·
- ⌘ Άγγελος Σικελιανός, Το τραγούδι της Καλυψώς, @ greek-language.gr
- ※ μ’ ανεβρυτό περνάει φτερό κι ανεβοκατεβαίνει / στη φλόγινη αστραπή / χρυσός, πρασινογάλανος, φωτιά, σε μαγεμένη / διαβατική σιωπή·
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαγεμένος