μαγευτικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]μαγευτικά < μαγευτικός
Επίρρημα
[επεξεργασία]μαγευτικά
- πολύ όμορφα, έχοντας μαγευτεί από την ομορφιά ενός πράγματος
- περάσαμε μαγευτικά στο ταξίδι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαγευτικά
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]μαγευτικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγευτικό