μαγευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαγευτικός μαγευτική μαγευτικό
γενική μαγευτικού μαγευτικής μαγευτικού
αιτιατική μαγευτικό μαγευτική μαγευτικό
κλητική μαγευτικέ μαγευτική μαγευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαγευτικοί μαγευτικές μαγευτικά
γενική μαγευτικών μαγευτικών μαγευτικών
αιτιατική μαγευτικούς μαγευτικές μαγευτικά
κλητική μαγευτικοί μαγευτικές μαγευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγευτικός < ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική μαγεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μαγευτικός, -ή, -ό

  1. (για στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος) που μαγεύει με την ομορφιά του
    μαγευτική νύχτα, μαγευτικό τοπίο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]