μαγευτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαγευτικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μαγεύω
Επίθετο
[επεξεργασία]μαγευτικός, -ή, -ό
- (για στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος) που μαγεύει με την ομορφιά του
μαγευτική νύχτα, μαγευτικό τοπίο- ※ […] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.
- Βασίλης Δανέλλης, Μαύρη μπίρα, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2011, ISBN 9789600353181, @google.gr/books
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαγευτικός