μαγιέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: παγιέτα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαγιέτα οι μαγιέτες
      γενική της μαγιέτας
    αιτιατική τη μαγιέτα τις μαγιέτες
     κλητική μαγιέτα μαγιέτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγιέτα < γαλλική mallette

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγιέτα θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]