μαγκάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαγκάλι τα μαγκάλια
      γενική του μαγκαλιού των μαγκαλιών
    αιτιατική το μαγκάλι τα μαγκάλια
     κλητική μαγκάλι μαγκάλια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Pleven-Museum-AlexanderII-brazier.jpg
Brazier.JPG

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγκάλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική mangal < αραβική منقل (minqal)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma(ŋ).'ga.li/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγκάλι ουδέτερο

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]