μαγκούφης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγκούφης < μαγκαφάς < τουρκική mankafa ("χοντροκέφαλος")

Επίθετο[επεξεργασία]

μαγκούφης, -α/-ισσα, -ικο

  1. άτομο που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια, άγαμος, ολομόναχος, έρημος
    θα μείνεις μαγκούφης σ' όλη σου τη ζωή!
  2. (μεταφορικά) ο άθλιος, ο δυστυχής
  3. (μεταφορικά) για άτομα ιδιότροπα που λόγω του χαρακτήρα τους οι άλλοι τους αποστρέφονται

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]