μαγκώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγκώνω < μάγκανο < μάγγανον

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαγκώνω

  1. σφίγγω κάτι με μάγκανο
    Μάγκωσέ το καλά για να να...
  2. (παθ.) πιάνεται ένα μέλος του σώματός μου και συσφίγγεται από μηχανισμό παρόμοιο με του μαγκάνου, όπως μια πόρτα ή ένα συρτάρι που κλείνει απότομα
  3. (παθ.) μαζεύομαι, φέρομαι πολύ συγκρατημένα, νιώθω αμήχανα

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]