μαγκώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]μαγκώνω (παθητική φωνή: μαγκώνομαι)
- σφίγγω κάτι με μάγκανο
- Μάγκωσέ το καλά, για να να...
- (παθητική φωνή) πιάνεται ένα μέλος του σώματός μου και συσφίγγεται από μηχανισμό παρόμοιο με του μαγκάνου, όπως μια πόρτα ή ένα συρτάρι που κλείνει απότομα
- (παθητική φωνή) (μεταφορικά) μαζεύομαι, φέρομαι πολύ συγκρατημένα, νιώθω αμήχανα
- ※ οι αρματωλοί ξαφνικά μαγκώθηκαν, απαντούσαν με μονοσύλλαβα, δεν ήθελαν να πουν.
- Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου
- ※ οι αρματωλοί ξαφνικά μαγκώθηκαν, απαντούσαν με μονοσύλλαβα, δεν ήθελαν να πουν.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μαγκώνω | μάγκωνα | θα μαγκώνω | να μαγκώνω | μαγκώνοντας | |
| β' ενικ. | μαγκώνεις | μάγκωνες | θα μαγκώνεις | να μαγκώνεις | μάγκωνε | |
| γ' ενικ. | μαγκώνει | μάγκωνε | θα μαγκώνει | να μαγκώνει | ||
| α' πληθ. | μαγκώνουμε | μαγκώναμε | θα μαγκώνουμε | να μαγκώνουμε | ||
| β' πληθ. | μαγκώνετε | μαγκώνατε | θα μαγκώνετε | να μαγκώνετε | μαγκώνετε | |
| γ' πληθ. | μαγκώνουν(ε) | μάγκωναν μαγκώναν(ε) |
θα μαγκώνουν(ε) | να μαγκώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μάγκωσα | θα μαγκώσω | να μαγκώσω | μαγκώσει | ||
| β' ενικ. | μάγκωσες | θα μαγκώσεις | να μαγκώσεις | μάγκωσε | ||
| γ' ενικ. | μάγκωσε | θα μαγκώσει | να μαγκώσει | |||
| α' πληθ. | μαγκώσαμε | θα μαγκώσουμε | να μαγκώσουμε | |||
| β' πληθ. | μαγκώσατε | θα μαγκώσετε | να μαγκώσετε | μαγκώστε | ||
| γ' πληθ. | μάγκωσαν μαγκώσαν(ε) |
θα μαγκώσουν(ε) | να μαγκώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μαγκώσει | είχα μαγκώσει | θα έχω μαγκώσει | να έχω μαγκώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις μαγκώσει | είχες μαγκώσει | θα έχεις μαγκώσει | να έχεις μαγκώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει μαγκώσει | είχε μαγκώσει | θα έχει μαγκώσει | να έχει μαγκώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μαγκώσει | είχαμε μαγκώσει | θα έχουμε μαγκώσει | να έχουμε μαγκώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε μαγκώσει | είχατε μαγκώσει | θα έχετε μαγκώσει | να έχετε μαγκώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μαγκώσει | είχαν μαγκώσει | θα έχουν μαγκώσει | να έχουν μαγκώσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μαγκώνομαι | μαγκωνόμουν(α) | θα μαγκώνομαι | να μαγκώνομαι | ||
| β' ενικ. | μαγκώνεσαι | μαγκωνόσουν(α) | θα μαγκώνεσαι | να μαγκώνεσαι | (μαγκώνου) | |
| γ' ενικ. | μαγκώνεται | μαγκωνόταν(ε) | θα μαγκώνεται | να μαγκώνεται | ||
| α' πληθ. | μαγκωνόμαστε | μαγκωνόμαστε μαγκωνόμασταν |
θα μαγκωνόμαστε | να μαγκωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | μαγκώνεστε | μαγκωνόσαστε μαγκωνόσασταν |
θα μαγκώνεστε | να μαγκώνεστε | (μαγκώνεστε) | |
| γ' πληθ. | μαγκώνονται | μαγκώνονταν μαγκωνόντουσαν |
θα μαγκώνονται | να μαγκώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μαγκώθηκα | θα μαγκωθώ | να μαγκωθώ | μαγκωθεί | ||
| β' ενικ. | μαγκώθηκες | θα μαγκωθείς | να μαγκωθείς | μαγκώσου | ||
| γ' ενικ. | μαγκώθηκε | θα μαγκωθεί | να μαγκωθεί | |||
| α' πληθ. | μαγκωθήκαμε | θα μαγκωθούμε | να μαγκωθούμε | |||
| β' πληθ. | μαγκωθήκατε | θα μαγκωθείτε | να μαγκωθείτε | μαγκωθείτε | ||
| γ' πληθ. | μαγκώθηκαν μαγκωθήκαν(ε) |
θα μαγκωθούν(ε) | να μαγκωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω μαγκωθεί | είχα μαγκωθεί | θα έχω μαγκωθεί | να έχω μαγκωθεί | μαγκωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις μαγκωθεί | είχες μαγκωθεί | θα έχεις μαγκωθεί | να έχεις μαγκωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει μαγκωθεί | είχε μαγκωθεί | θα έχει μαγκωθεί | να έχει μαγκωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε μαγκωθεί | είχαμε μαγκωθεί | θα έχουμε μαγκωθεί | να έχουμε μαγκωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε μαγκωθεί | είχατε μαγκωθεί | θα έχετε μαγκωθεί | να έχετε μαγκωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν μαγκωθεί | είχαν μαγκωθεί | θα έχουν μαγκωθεί | να έχουν μαγκωθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- 1 2 μαγκώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- 1 2 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.