μαγνητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαγνητικός μαγνητική μαγνητικό
γενική μαγνητικού μαγνητικής μαγνητικού
αιτιατική μαγνητικό μαγνητική μαγνητικό
κλητική μαγνητικέ μαγνητική μαγνητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαγνητικοί μαγνητικές μαγνητικά
γενική μαγνητικών μαγνητικών μαγνητικών
αιτιατική μαγνητικούς μαγνητικές μαγνητικά
κλητική μαγνητικοί μαγνητικές μαγνητικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγνητικός < μαγνήτης + -ικός → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ɣni.ti'kɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

μαγνητικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στους μαγνήτες και τον μαγνητισμό
    οι μαγνητικές ιδιότητες του σιδήρου
    το μαγνητικό πεδίο και οι μαγνητικοί πόλοι της γης
  2. που λειτουργεί χρησιμοποιώντας μαγνήτες
    μαγνητικός τομογράφος
  3. (μεταφορικά)
    η μουσική αυτή σύνθεση ασκεί μαγνητική επιρροή στον ακροατή

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]