μαδέρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαδέρι τα μαδέρια
      γενική του μαδεριού των μαδεριών
    αιτιατική το μαδέρι τα μαδέρια
     κλητική μαδέρι μαδέρια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαδέρι < μεσαιωνικό λατινικό maderium < materia

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαδέρι ουδέτερο

  • κομμάτι ξύλου με μεγάλο πάχος σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπιπέδου
  • σανίδα (συχνά ελάτου πχ. Ερυθρελάτης) σκαλωσιάς τεχνικών έργων

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]