Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαζίον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ μαζίον τὰ μαζί
      γενική τοῦ μαζίου τῶν μαζίων
      δοτική τῷ μαζί τοῖς μαζίοις
    αιτιατική τὸ μαζίον τὰ μαζί
     κλητική ! μαζίον μαζί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μαζίω
γεν-δοτ τοῖν  μαζίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαζίον < μᾶζ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαζίον, -ου ουδέτερο