μαζικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μαζικός μαζική μαζικό
γενική μαζικού μαζικής μαζικού
αιτιατική μαζικό μαζική μαζικό
κλητική μαζικέ μαζική μαζικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαζικοί μαζικές μαζικά
γενική μαζικών μαζικών μαζικών
αιτιατική μαζικούς μαζικές μαζικά
κλητική μαζικοί μαζικές μαζικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαζικός < μαζί+-ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

μαζικός 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μαζικός

  • που πράττεται από πολλά πρόσωπα μαζί


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]