μαθήματα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

μαθήματα ουδέτερο

  1. μάθημα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαθήματα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • εργασίες για το σπίτι
    Έκανες τα μαθήματά σου;