Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαθησιακός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μαθησιακός η μαθησιακή το μαθησιακό
      γενική του μαθησιακού της μαθησιακής του μαθησιακού
    αιτιατική τον μαθησιακό τη μαθησιακή το μαθησιακό
     κλητική μαθησιακέ μαθησιακή μαθησιακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μαθησιακοί οι μαθησιακές τα μαθησιακά
      γενική των μαθησιακών των μαθησιακών των μαθησιακών
    αιτιατική τους μαθησιακούς τις μαθησιακές τα μαθησιακά
     κλητική μαθησιακοί μαθησιακές μαθησιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαθησιακός < μάθησ(η) + -ιακός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ma.θi.si.aˈkos/

Επίθετο

[επεξεργασία]

μαθησιακός, -ή, -ό

  • σχετικός με τη μάθηση
      Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.
    Χαλκιά Ρωξάνη, Φακή Βασιλική. Ο κοινωνικός αντίκτυπος στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση ενηλίκων με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, [πτυχιακή εργασία], Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τμήμα Λογοθεραπείας, Ιωάννινα 2022, @olympias.lib.uoi.gr

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]