μαθησιακός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ma.θi.si.aˈkos/
Επίθετο
[επεξεργασία]μαθησιακός, -ή, -ό
- σχετικός με τη μάθηση
- ※ Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.
- Χαλκιά Ρωξάνη, Φακή Βασιλική. Ο κοινωνικός αντίκτυπος στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση ενηλίκων με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, [πτυχιακή εργασία], Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τμήμα Λογοθεραπείας, Ιωάννινα 2022, @olympias.lib.uoi.gr
- ※ Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.