μαινάδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαινάδα μαινάδες
γενική μαινάδας μαινάδων
αιτιατική μαινάδα μαινάδες
κλητική μαινάδα μαινάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαινάδα < αρχαία ελληνική μαινάς-άδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαινάδα θηλυκό

  1. γυναίκες συνοδοί του θεού των αρχαίων Ελλήνων Διόνυσου οι οποίες περιφέρονταν σε έξαλλη κατάσταση
  2. γυναίκα σε έξαλλη κατάσταση ή και μονίμως έξαλλη, στρίγγλα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]