μακαρίτικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μακαρίτικος μακαρίτικη μακαρίτικο
γενική μακαρίτικου μακαρίτικης μακαρίτικου
αιτιατική μακαρίτικο μακαρίτικη μακαρίτικο
κλητική μακαρίτικε μακαρίτικη μακαρίτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μακαρίτικοι μακαρίτικες μακαρίτικα
γενική μακαρίτικων μακαρίτικων μακαρίτικων
αιτιατική μακαρίτικους μακαρίτικες μακαρίτικα
κλητική μακαρίτικοι μακαρίτικες μακαρίτικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακαρίτικος < αρχαία ελληνική μάκαρ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μακαρίτικος

  1. σχετικός με κάποιον που πέθανε
  2. κάτι που έχει τελειώσει


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]