μακελάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μακελάρης μακελάρηδες
γενική μακελάρη μακελάρηδων
αιτιατική μακελάρη μακελάρηδες
κλητική μακελάρη μακελάρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακελάρης < μεσαιωνική ελληνική < μακελλάριος < λατινική macellarius < αρχαία ελληνική μάκελλον (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μακελάρης αρσενικό

  1. ο χασάπης
  2. (κατ’ επέκταση) ο σφαγέας (ανθρώπων)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]