μακιγιάζ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακιγιάζ < γαλλική maquillage

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μακιγιάζ ουδέτερο άκλιτο

  • η εφαρμογή κραγιόν στα χείλη, ρουζ στο μάγουλα, σκιάς στα μάτια κ.λπ που αποσκοπεί στο να τονίσει τη γυναικεία ομορφιά, να κάνει το πρόσωπο να φαίνεται φυσικότερο κάτω από τον τεχνητό φωτισμό ενός στούντιο ή να προσδώσει στο πρόσωπο ενός ηθοποιού, κλόουν κλπ τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται από το ρόλο του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]