μακραίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακραίνω < μεσαιωνική ελληνική μακραίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μακραίνω , παρατ.: μάκραινα, στιγμ. μέλλ.: θα μακρύνω, αόρ.: μάκρυνα (δεν έχει μεσοπαθητική φωνή)

  1. τραβάω κάτι σε μάκρος, το παραταβάω
    Φτάνει ως εδώ, μην το μακραίνεις κι άλλο!
  2. κάνω πιο μακρύ ένα ρούχο ή κάτι που ανήκει στο σώμα μου
    Μακραίνω τη φούστα, το παντελόνι
    Αποφάσισες να μακραίνεις τα μαλλιά σου;/τα νύχια σου
  3. απομακρύνομαι, ξεμακραίνω
    Το πλοίο μάκρυνε κι έβλεπες μόνο τον καπνό από το φουγάρο...

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]