Μετάβαση στο περιεχόμενο

μακραίνω

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: βελτίωση ορισμών, σύμφωνα με τα λεξικά.


Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μακραίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μακραίνω[1] < αρχαία ελληνική μακρ(ύνω), με μεταπλασμό σε -αίνω[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /maˈkɾe.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μακραίνω

μακραίνω, πρτ.: μάκραινα, στ.μέλλ.: θα μακρύνω, αόρ.: μάκρυνα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. τραβάω κάτι σε μάκρος, το παρατραβάω
    Φτάνει ως εδώ, μην το μακραίνεις κι άλλο!
  2. κάνω πιο μακρύ ένα ρούχο ή κάτι που ανήκει στο σώμα μου
    Μακραίνω τη φούστα, το παντελόνι
    Αποφάσισες να μακραίνεις τα μαλλιά σου;/τα νύχια σου
  3. απομακρύνομαι, ξεμακραίνω
    Το πλοίο μάκρυνε κι έβλεπες μόνο τον καπνό από το φουγάρο...

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μακραίνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. μακραίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας