μακραίνω
Εμφάνιση
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μακραίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μακραίνω[1] < αρχαία ελληνική μακρ(ύνω), με μεταπλασμό σε -αίνω[2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /maˈkɾe.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μα‐κραί‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]μακραίνω, πρτ.: μάκραινα, στ.μέλλ.: θα μακρύνω, αόρ.: μάκρυνα (χωρίς παθητική φωνή)
- τραβάω κάτι σε μάκρος, το παρατραβάω
- Φτάνει ως εδώ, μην το μακραίνεις κι άλλο!
- κάνω πιο μακρύ ένα ρούχο ή κάτι που ανήκει στο σώμα μου
- Μακραίνω τη φούστα, το παντελόνι
- Αποφάσισες να μακραίνεις τα μαλλιά σου;/τα νύχια σου
- απομακρύνομαι, ξεμακραίνω
- Το πλοίο μάκρυνε κι έβλεπες μόνο τον καπνό από το φουγάρο...
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μακραίνω | μάκραινα | θα μακραίνω | να μακραίνω | μακραίνοντας | |
| β' ενικ. | μακραίνεις | μάκραινες | θα μακραίνεις | να μακραίνεις | μάκραινε | |
| γ' ενικ. | μακραίνει | μάκραινε | θα μακραίνει | να μακραίνει | ||
| α' πληθ. | μακραίνουμε | μακραίναμε | θα μακραίνουμε | να μακραίνουμε | ||
| β' πληθ. | μακραίνετε | μακραίνατε | θα μακραίνετε | να μακραίνετε | μακραίνετε | |
| γ' πληθ. | μακραίνουν(ε) | μάκραιναν μακραίναν(ε) |
θα μακραίνουν(ε) | να μακραίνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μάκρυνα | θα μακρύνω | να μακρύνω | μακρύνει | ||
| β' ενικ. | μάκρυνες | θα μακρύνεις | να μακρύνεις | μάκρυνε | ||
| γ' ενικ. | μάκρυνε | θα μακρύνει | να μακρύνει | |||
| α' πληθ. | μακρύναμε | θα μακρύνουμε | να μακρύνουμε | |||
| β' πληθ. | μακρύνατε | θα μακρύνετε | να μακρύνετε | μακρύνετε | ||
| γ' πληθ. | μάκρυναν μακρύναν(ε) |
θα μακρύνουν(ε) | να μακρύνουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μακρύνει | είχα μακρύνει | θα έχω μακρύνει | να έχω μακρύνει | ||
| β' ενικ. | έχεις μακρύνει | είχες μακρύνει | θα έχεις μακρύνει | να έχεις μακρύνει | ||
| γ' ενικ. | έχει μακρύνει | είχε μακρύνει | θα έχει μακρύνει | να έχει μακρύνει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μακρύνει | είχαμε μακρύνει | θα έχουμε μακρύνει | να έχουμε μακρύνει | ||
| β' πληθ. | έχετε μακρύνει | είχατε μακρύνει | θα έχετε μακρύνει | να έχετε μακρύνει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μακρύνει | είχαν μακρύνει | θα έχουν μακρύνει | να έχουν μακρύνει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μακραίνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ μακραίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Σελίδες για μορφοποίηση
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αίνω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)