μακρογραφία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μακρογραφία μακρογραφίες
γενική μακρογραφίας μακρογραφιών
αιτιατική μακρογραφία μακρογραφίες
κλητική μακρογραφία μακρογραφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

μακρο- + -γραφία < μεταφραστικό δάνειο απ' τ' αγγλικά: macrography

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θηλυκό

  1. η όψη πράγματος ή έμβιου όντος μέσω παρατήρησης με γυμνό οφθαλμό
  2. η μακροσκοπική όψη/επισκόπηση
  3. πλήρης μορφή λέξης, μη συντμημένη λέξη
  4. μεγάλο κείμενο, συχνά βαρετό ή αχρείαστα μεγάλο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]