μακροοικονομία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μακροοικονομία οι μακροοικονομίες
      γενική της μακροοικονομίας των μακροοικονομιών
    αιτιατική τη μακροοικονομία τις μακροοικονομίες
     κλητική μακροοικονομία μακροοικονομίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακροοικονομία < μακρο- + οικονομία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μακροοικονομία θηλυκό

  1. ο κλάδος της οικονομίας που ασχολείται με το ΑΕΠ και γενικά τα οικονομικά μιας χώρας

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]