μακροπερίοδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μακροπερίοδος μακροπερίοδη μακροπερίοδο
γενική μακροπερίοδου μακροπερίοδης μακροπερίοδου
αιτιατική μακροπερίοδο μακροπερίοδη μακροπερίοδο
κλητική μακροπερίοδε μακροπερίοδη μακροπερίοδο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μακροπερίοδοι μακροπερίοδες μακροπερίοδα
γενική μακροπερίοδων μακροπερίοδων μακροπερίοδων
αιτιατική μακροπερίοδους μακροπερίοδες μακροπερίοδα
κλητική μακροπερίοδοι μακροπερίοδες μακροπερίοδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακροπερίοδος < ελληνιστική κοινή μακροπερίοδος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.krɔ.pɛ.ˈɾi.ɔ.ðɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μακροπερίοδος, -η, ο
  1. (για προφορικό ή γραπτό λόγο) με πολύ μεγάλες, μακρές περιόδους
    το κείμενό σου είναι μακροπερίοδο· βάλε καμιά τελεία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακροπερίοδος < μακρός + περίοδος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μακροπερίοδος, -ος, -ον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μακροπερίοδος τὸ μακροπερίοδον οἱ, αἱ μακροπερίοδοι τὰ μακροπερίοδα
Γενική τοῦ, τῆς μακροπεριόδου τοῦ μακροπεριόδου τῶν μακροπεριόδων τῶν μακροπεριόδων
Δοτική τῷ, τῇ μακροπεριόδῳ τῷ μακροπεριόδῳ τοῖς, ταῖς μακροπεριόδοις τοῖς μακροπεριόδοις
Αιτιατική τὸν, τὴν μακροπερίοδον τὸ μακροπερίοδον τοὺς, τὰς μακροπεριόδους τὰ μακροπερίοδα
Κλητική μακροπερίοδε μακροπερίοδον μακροπερίοδοι μακροπερίοδα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μακροπεριόδω
Γενική-Δοτική μακροπεριόδοιν