μακροχέρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακροχέρης < μακρόχειρ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μακροχέρης αρσενικό μακροχέρα θηλυκό μακροχέρικο ουδέτερο και μακρυχέρης,α,ικο

  1. με μακριά χέρια
    Αυτό το παιδί είναι πολύ μακροχέρικο -πήρε απ' τον πατέρα του
  2. κλέφτης, πορτοφολάς ή που γενικά απλώνει το χέρι του, βάζει χέρι σε κάτι-κάποιον που δεν μου ανήκει
    Κάποιος είναι μακροχέρης στο μαγαζί -πάλι λείπουνε λεφτά απ' το ταμείο
    Μην αφήσεις τη γυναίκα σου να κάτσει δίπλα στον Κώστα -είναι μακρυχέρης και μέρα που είναι θα στενοχωρηθούμε


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]