Μετάβαση στο περιεχόμενο

μακρός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μακρός η μακρά το μακρό
      γενική του μακρού της μακράς του μακρού
    αιτιατική τον μακρό τη μακρά το μακρό
     κλητική μακρέ μακρά μακρό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μακροί οι μακρές τα μακρά
      γενική των μακρών των μακρών των μακρών
    αιτιατική τους μακρούς τις μακρές τα μακρά
     κλητική μακροί μακρές μακρά
Κατηγορία όπως «παλιός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μακρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μακρός[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /maˈkɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μακρός

Επίθετο

[επεξεργασία]

μακρός, -ά, -ό

  1. που διαρκεί πολύ
    μακρά διάρκεια
    μακρό φωνήεν
  2. που έχει μεγάλο μήκος
    μακρά και βραχέα κύματα
  3. (γραμματική, φωνητική) συνώνυμο του μακρόχρονος
    παράδειγμα Μακρά είναι τα φωνήεντα ήτα, ωμέγα, όλες οι δίφθογγοι, καθώς και τα δίχρονα ῡ, ῑ, ᾱ.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μακρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. μακρός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική μακρός μακρᾱ́ τὸ μακρόν
      γενική τοῦ μακροῦ τῆς μακρᾶς τοῦ μακροῦ
      δοτική τῷ μακρ τῇ μακρ τῷ μακρ
    αιτιατική τὸν μακρόν τὴν μακρᾱ́ν τὸ μακρόν
     κλητική ! μακρέ μακρᾱ́ μακρόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ μακροί αἱ μακραί τὰ μακρᾰ́
      γενική τῶν μακρῶν τῶν μακρῶν τῶν μακρῶν
      δοτική τοῖς μακροῖς ταῖς μακραῖς τοῖς μακροῖς
    αιτιατική τοὺς μακρούς τὰς μακρᾱ́ς τὰ μακρᾰ́
     κλητική ! μακροί μακραί μακρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μακρώ τὼ μακρᾱ́ τὼ μακρώ
      γεν-δοτ τοῖν μακροῖν τοῖν μακραῖν τοῖν μακροῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ζητούμενο λήμμα