μακρός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μακρός | η | μακρά | το | μακρό |
| γενική | του | μακρού | της | μακράς | του | μακρού |
| αιτιατική | τον | μακρό | τη | μακρά | το | μακρό |
| κλητική | μακρέ | μακρά | μακρό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μακροί | οι | μακρές | τα | μακρά |
| γενική | των | μακρών | των | μακρών | των | μακρών |
| αιτιατική | τους | μακρούς | τις | μακρές | τα | μακρά |
| κλητική | μακροί | μακρές | μακρά | |||
| Κατηγορία όπως «παλιός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μακρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μακρός
Επίθετο
[επεξεργασία]μακρός, -ά, -ό
- που διαρκεί πολύ
- μακρά διάρκεια
- μακρό φωνήεν
- που έχει μεγάλο μήκος
- μακρά και βραχέα κύματα
- (γραμματική, φωνητική) συνώνυμο του μακρόχρονος
- μακρά είναι τα φωνήεντα ήτα, ωμέγα και όλες οι δίφθογγοι
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | μακρός | ἡ | μακρᾱ́ | τὸ | μακρόν |
| γενική | τοῦ | μακροῦ | τῆς | μακρᾶς | τοῦ | μακροῦ |
| δοτική | τῷ | μακρῷ | τῇ | μακρᾷ | τῷ | μακρῷ |
| αιτιατική | τὸν | μακρόν | τὴν | μακρᾱ́ν | τὸ | μακρόν |
| κλητική ὦ! | μακρέ | μακρᾱ́ | μακρόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | μακροί | αἱ | μακραί | τὰ | μακρᾰ́ |
| γενική | τῶν | μακρῶν | τῶν | μακρῶν | τῶν | μακρῶν |
| δοτική | τοῖς | μακροῖς | ταῖς | μακραῖς | τοῖς | μακροῖς |
| αιτιατική | τοὺς | μακρούς | τὰς | μακρᾱ́ς | τὰ | μακρᾰ́ |
| κλητική ὦ! | μακροί | μακραί | μακρᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μακρώ | τὼ | μακρᾱ́ | τὼ | μακρώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | μακροῖν | τοῖν | μακραῖν | τοῖν | μακροῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Πηγές
[επεξεργασία]- μακρός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μακρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'παλιός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Φωνητική (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)