Μετάβαση στο περιεχόμενο

μακρόχρονος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μακρόχρονος η μακρόχρονη το μακρόχρονο
      γενική του μακρόχρονου της μακρόχρονης του μακρόχρονου
    αιτιατική τον μακρόχρονο τη μακρόχρονη το μακρόχρονο
     κλητική μακρόχρονε μακρόχρονη μακρόχρονο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μακρόχρονοι οι μακρόχρονες τα μακρόχρονα
      γενική των μακρόχρονων των μακρόχρονων των μακρόχρονων
    αιτιατική τους μακρόχρονους τις μακρόχρονες τα μακρόχρονα
     κλητική μακρόχρονοι μακρόχρονες μακρόχρονα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μακρόχρονος < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

μακρόχρονος, -η, -ο

  1. που διαρκεί για πολύ χρόνο
      Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημερίδα Το Βήμα)
     συνώνυμα: μακροχρόνιος
  2. (γραμματική, φωνητική) για φωνήεν ή συλλαβή με μακρά διάρκεια
    παράδειγμα  η μακρόχρονη παραλήγουσα στη λέξη «μῆλον» περισπάται
     συνώνυμα: μακρός
     αντώνυμα: βραχύχρονος, βραχύς

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]