μακρόχρονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακρόχρονος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μακρόχρονος, -η, -ο

  1. που διαρκεί για πολύ χρόνο
    συνώνυμα: μακροχρόνιος
  2. (γραμματική) για φωνήεν ή συλλαβή με μακρά διάρκεια
    η μακρόχρονη παραλήγουσα στη λέξη «μῆλον» περισπάται
    συνώνυμα: μακρός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]