μακρύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μακρύς η μακριά το μακρύ
      γενική του μακριού
μακρύ
της μακριάς του μακριού
μακρύ
    αιτιατική τον μακρύ τη μακριά το μακρύ
     κλητική μακρύ μακριά μακρύ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μακριοί
μακρείς
οι μακριές τα μακριά
      γενική των μακριών των μακριών των μακριών
    αιτιατική τους μακριούς
μακρείς
τις μακριές τα μακριά
     κλητική μακριοί
μακρείς
μακριές μακριά
Κατηγορία όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακρύς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μακρύς < αρχαία ελληνική μακρός

Επίθετο[επεξεργασία]

μακρύς, ιά, -ύ και μακριός, συγκριτικός: μακρύτερος

  1. μεγάλος σε μήκος
  2. μεγάλος σε διάρκεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακρύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μακρ(ός) + μεταπλασμός σε -ύς

Επίθετο[επεξεργασία]

μακρύς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]