μαλάκιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαλάκιο μαλάκια
γενική μαλακίου μαλακίων
αιτιατική μαλάκιο μαλάκια
κλητική μαλάκιο μαλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλάκιο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαλάκιο ουδέτερο

  1. συνομοταξία ασπόνδυλων ζώων, κυρίως υδρόβιων, τα οποία έχουν συνήθως κάλυμμα από όστρακο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]