μαλάκωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαλάκωμα μαλακώματα
γενική μαλακώματος μαλακωμάτων
αιτιατική μαλάκωμα μαλακώματα
κλητική μαλάκωμα μαλακώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλάκωμα < μαλακώ(νω) + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαλάκωμα ουδέτερο (πιο δόκιμο στον ενικό)

μαλάκωμα υλικών (π.χ. του πλαστικού, της ζύμης), ζωντανών ιστών (π.χ. όζου)
μαλάκωμα της στάσης που τηρούν κάποιοι καά περίπτωση ισχυροί


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]