μαλακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαλακός μαλακή
μαλακιά
μαλακό
γενική μαλακού μαλακής
μαλακιάς
μαλακού
αιτιατική μαλακό μαλακή
μαλακιά
μαλακό
κλητική μαλακέ μαλακή
μαλακιά
μαλακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαλακοί μαλακές μαλακά
γενική μαλακών μαλακών μαλακών
αιτιατική μαλακούς μαλακές μαλακά
κλητική μαλακοί μαλακές μαλακά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλακός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μαλακός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.laˈkos/

Επίθετο[επεξεργασία]

μαλακός, -ή/-ιά, -ό

  1. που έχει επιφάνεια η οποία υποχωρεί εύκολα όταν την πιέζουμε ή τη μαλάσσουμε
    μαλακά μαξιλάρια
  2. ο ευχάριστος στις αισθήσεις, κυρίως την αφή ή την ακοή
    αφού ήπια το σιρόπι ή φωνή μου έγινε πιο μαλακή
     συνώνυμα: απαλός
  3. ήπιος ως προς την ένταση ή τις επιπτώσεις
    το κρύο σήμερα είναι κάπως πιο μαλακό
    δε δέχονται όλοι τη διάκριση ανάμεσα σε μαλακά και σκληρά ναρκωτικά
  4. ήπιος ως προς τον χαρακτήρα, πράος
    είναι μαλακός άνθρωπος, δε φωνάζει ποτέ, και μερικοί το εκμεταλλεύονται αυτό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλακός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μαλακός

Επίθετο[επεξεργασία]

μαλακός

  1. (στην αφή, δέρμα) απαλός
  2. (για τοίχο) μη ανθεκτικός
  3. (για φωτιά) σιγανή
  4. (μεταφορικά) ήπιος
  5. κίναιδος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πάσχω τι μαλακόν : εξασθενώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μαλακός μαλακή μαλακόν μαλακοί μαλακαί μαλακά
Γενική μαλακοῦ μαλακῆς μαλακοῦ μαλακῶν μαλακῶν μαλακῶν
Δοτική μαλακῷ μαλακῇ μαλακῷ μαλακοῖς μαλακαῖς μαλακοῖς
Αιτιατική μαλακόν μαλακήν μαλακόν μαλακούς μαλακάς μαλακά
Κλητική μαλακέ μαλακή μαλακόν μαλακοί μαλακαί μαλακά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μαλακώ μαλακά
Γενική-Δοτική μαλακοῖν μαλακαῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλακός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mlakos

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μᾰλᾰκός θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]