μαλακώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαλακώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαλακώνω[1] < ελληνιστική κοινή μαλακ(ῶ) (μαλάσσω, μαλακώνω) + -ώνω[2][3].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ma.laˈko.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μα‐λα‐κώ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]μαλακώνω, πρτ.: μαλάκωνα, απαρ.: μαλακώσει, στ.μέλλ.: θα μαλακώσω, αόρ.: μαλάκωσα, παθ.φωνή: μαλακώνομαι, μτχ.π.π.: μαλακωμένος
- (μεταβατικό)
- κάνω κάτι πιο μαλακό ή πιο απαλό
Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να το μαλακώσει.
Τι βάζεις στα μαλλιά σου μετά το σαμπουάν για να τα μαλακώσεις;
- (μεταφορικά) κάνω κάποιον ή κάτι πιο ήπιο, πιο πράο
Μίλα του γλυκά, μπας και τον μαλακώσεις.
Αυτό το φάρμακο θα μαλακώσει τον πόνο σου.- ≈ συνώνυμα: ανακουφίζω, γλυκαίνω, καθησυχάζω, καταπραΰνω
- κάνω κάτι πιο μαλακό ή πιο απαλό
- (αμετάβατο)
- γίνομαι πιο μαλακός ή απαλός
Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να μαλακώσει.
- (μεταφορικά) γίνομαι λιγότερο έντονος, πιο ήπιος, πιο πράος
Έπαψε ο βοριάς και ο καιρός κάπως μαλάκωσε.
Με τα φάρμακα ο πόνος κάπως μαλάκωσε, αλλά δεν έφυγε τελείως.- ≈ συνώνυμα: καταπραΰνομαι, ηρεμώ
- γίνομαι πιο μαλακός ή απαλός
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μαλακώνω | μαλάκωνα | θα μαλακώνω | να μαλακώνω | μαλακώνοντας | |
| β' ενικ. | μαλακώνεις | μαλάκωνες | θα μαλακώνεις | να μαλακώνεις | μαλάκωνε | |
| γ' ενικ. | μαλακώνει | μαλάκωνε | θα μαλακώνει | να μαλακώνει | ||
| α' πληθ. | μαλακώνουμε | μαλακώναμε | θα μαλακώνουμε | να μαλακώνουμε | ||
| β' πληθ. | μαλακώνετε | μαλακώνατε | θα μαλακώνετε | να μαλακώνετε | μαλακώνετε | |
| γ' πληθ. | μαλακώνουν(ε) | μαλάκωναν μαλακώναν(ε) |
θα μαλακώνουν(ε) | να μαλακώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μαλάκωσα | θα μαλακώσω | να μαλακώσω | μαλακώσει | ||
| β' ενικ. | μαλάκωσες | θα μαλακώσεις | να μαλακώσεις | μαλάκωσε | ||
| γ' ενικ. | μαλάκωσε | θα μαλακώσει | να μαλακώσει | |||
| α' πληθ. | μαλακώσαμε | θα μαλακώσουμε | να μαλακώσουμε | |||
| β' πληθ. | μαλακώσατε | θα μαλακώσετε | να μαλακώσετε | μαλακώστε | ||
| γ' πληθ. | μαλάκωσαν μαλακώσαν(ε) |
θα μαλακώσουν(ε) | να μαλακώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μαλακώσει | είχα μαλακώσει | θα έχω μαλακώσει | να έχω μαλακώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις μαλακώσει | είχες μαλακώσει | θα έχεις μαλακώσει | να έχεις μαλακώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει μαλακώσει | είχε μαλακώσει | θα έχει μαλακώσει | να έχει μαλακώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μαλακώσει | είχαμε μαλακώσει | θα έχουμε μαλακώσει | να έχουμε μαλακώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε μαλακώσει | είχατε μαλακώσει | θα έχετε μαλακώσει | να έχετε μαλακώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μαλακώσει | είχαν μαλακώσει | θα έχουν μαλακώσει | να έχουν μαλακώσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μαλακώνομαι | μαλακωνόμουν(α) | θα μαλακώνομαι | να μαλακώνομαι | ||
| β' ενικ. | μαλακώνεσαι | μαλακωνόσουν(α) | θα μαλακώνεσαι | να μαλακώνεσαι | (μαλακώνου) | |
| γ' ενικ. | μαλακώνεται | μαλακωνόταν(ε) | θα μαλακώνεται | να μαλακώνεται | ||
| α' πληθ. | μαλακωνόμαστε | μαλακωνόμαστε μαλακωνόμασταν |
θα μαλακωνόμαστε | να μαλακωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | μαλακώνεστε | μαλακωνόσαστε μαλακωνόσασταν |
θα μαλακώνεστε | να μαλακώνεστε | (μαλακώνεστε) | |
| γ' πληθ. | μαλακώνονται | μαλακώνονταν μαλακωνόντουσαν |
θα μαλακώνονται | να μαλακώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μαλακώθηκα | θα μαλακωθώ | να μαλακωθώ | μαλακωθεί | ||
| β' ενικ. | μαλακώθηκες | θα μαλακωθείς | να μαλακωθείς | μαλακώσου | ||
| γ' ενικ. | μαλακώθηκε | θα μαλακωθεί | να μαλακωθεί | |||
| α' πληθ. | μαλακωθήκαμε | θα μαλακωθούμε | να μαλακωθούμε | |||
| β' πληθ. | μαλακωθήκατε | θα μαλακωθείτε | να μαλακωθείτε | μαλακωθείτε | ||
| γ' πληθ. | μαλακώθηκαν μαλακωθήκαν(ε) |
θα μαλακωθούν(ε) | να μαλακωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω μαλακωθεί | είχα μαλακωθεί | θα έχω μαλακωθεί | να έχω μαλακωθεί | μαλακωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις μαλακωθεί | είχες μαλακωθεί | θα έχεις μαλακωθεί | να έχεις μαλακωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει μαλακωθεί | είχε μαλακωθεί | θα έχει μαλακωθεί | να έχει μαλακωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε μαλακωθεί | είχαμε μαλακωθεί | θα έχουμε μαλακωθεί | να έχουμε μαλακωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε μαλακωθεί | είχατε μαλακωθεί | θα έχετε μαλακωθεί | να έχετε μαλακωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν μαλακωθεί | είχαν μαλακωθεί | θα έχουν μαλακωθεί | να έχουν μαλακωθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μαλακώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ μαλακώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ μαλακώνω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώνω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
- Ρήματα σε -ώνω