Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαλακώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαλακώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαλακώνω[1] < ελληνιστική κοινή μαλακ(ῶ) (μαλάσσω, μαλακώνω) + -ώνω[2][3].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ma.laˈko.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μαλακώνω

μαλακώνω, πρτ.: μαλάκωνα, απαρ.: μαλακώσει, στ.μέλλ.: θα μαλακώσω, αόρ.: μαλάκωσα, παθ.φωνή: μαλακώνομαι, μτχ.π.π.: μαλακωμένος

  1. (μεταβατικό)
    1. κάνω κάτι πιο μαλακό ή πιο απαλό
      παράδειγμα  Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να το μαλακώσει.
      παράδειγμα  Τι βάζεις στα μαλλιά σου μετά το σαμπουάν για να τα μαλακώσεις;
    2. (μεταφορικά) κάνω κάποιον ή κάτι πιο ήπιο, πιο πράο
      παράδειγμα  Μίλα του γλυκά, μπας και τον μαλακώσεις.
      παράδειγμα  Αυτό το φάρμακο θα μαλακώσει τον πόνο σου.
       συνώνυμα: ανακουφίζω, γλυκαίνω, καθησυχάζω, καταπραΰνω
  2. (αμετάβατο)
    1. γίνομαι πιο μαλακός ή απαλός
      παράδειγμα  Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να μαλακώσει.
    2. (μεταφορικά) γίνομαι λιγότερο έντονος, πιο ήπιος, πιο πράος
      παράδειγμα  Έπαψε ο βοριάς και ο καιρός κάπως μαλάκωσε.
      παράδειγμα  Με τα φάρμακα ο πόνος κάπως μαλάκωσε, αλλά δεν έφυγε τελείως.
       συνώνυμα: καταπραΰνομαι, ηρεμώ

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μαλακώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. μαλακώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. μαλακώνω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)