μαλαμοκαπνισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαλαμοκαπνισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μαλαμοκαπνίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]μαλαμοκαπνισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη μαλαμοκαπνίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μαλαμοκαπνισμένος
|
|