μαλθακία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλθακία < μαλθακός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαλθακία θηλυκό

  1. μαλακία, μαλακότης