μαλθακότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαλθακότητα οι μαλθακότητες
      γενική της μαλθακότητας των μαλθακοτήτων
    αιτιατική τη μαλθακότητα τις μαλθακότητες
     κλητική μαλθακότητα μαλθακότητες
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλθακότητα < μαλθακότης στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική μαλθακότης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαλθακότητα θηλυκό

  1. η έλλειψη πάθους ή αποφασιστικότητας στην προσπάθεια επίτευξης στόχων
  2. η οκνηρή και χωρίς σκληραγώγηση ζωή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]