μαμούλ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαμούλ < (άμεσο δάνειο) περσική مَعْمُول
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαμούλ ουδέτερο άκλιτο
- άλλη μορφή του μααμούλ
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα περσικά (αραβικά)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (αραβικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)