μανίκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μανίκι | τα | μανίκια |
| γενική | του | μανικιού | των | μανικιών |
| αιτιατική | το | μανίκι | τα | μανίκια |
| κλητική | μανίκι | μανίκια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μανίκι < μεσαιωνική ελληνική μανίκιον (υποκοριστικό του ιταλικού manica) < λατινική manus
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μανίκι ουδέτερο
- (ενδυμασία) το τμήμα ενός ρούχου που περιβάλλει το χέρι από τον ώμο καί κάτω, μέχρι τον καρπό
- ※ Σκούπισε το τζάμι με το μανίκι του. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, 1954)
- ※ Κρίμα 'ς εσάς που το θαρρείτε, φώναξε κ' η Δέσπω, απλώνοντας τώμορφο χέρι της με το μπιμπιλωτό το μανίκι. (Αργύρης Εφταλιώτης, Η Στραβοκώσταινα, Εστία, 1890, σελ. 37)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ενδυμασία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)