Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαναρόλα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Μαναρόλα

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαναρόλα < (άμεσο δάνειο) μεσαιωνική λατινική manarola

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαναρόλα θηλυκό