μανδάτωρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανδάτωρ < λατινική mandator-oris (στα λατινικά σήμαινε ανά εποχές το άτομο που μετέφερε διοικητικές διαταγές αλλά και τον μεσολαβητή σε δανεισμούς ή και τον συμβαλλόμενο σε σύναψη συμβολαίου)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανδάτωρ αρσενικό και μαντάτωρ (γενική του μαντατόρου και μανδατόρου και μανδάτωρος)

  1. ο μαντάτορας, ανώτερος υπάλληλος της αυλής του Βυζαντίου, ο οποίος μετέφερε τις βασιλικές εντολές και συνόδευε πάντα τον αυτοκράτορα στις δημόσιες μετακινήσεις του
  2. είδος λοχία του στρατού, που μετέφερε εντολές (συχνά πολύγλωσσος για να μεταφράζει τις εντολές στις γλώσσες που μιλούσαν οι ποικίλης καταγωγής στρατιώτες του βυζαντινού στρατού)
  3. ο αγγελιοφόρος
    μανδάτωρες, οἱ τά μανδᾶτα τῶν ἀρχόντων ὀξέως διακομίζοντες
  4. ο μηνυτής σε δίκη αλλά και ο ανεπίσημα καταγγέλλων, ο μαντατευτής, εκείνος που "καρφώνει" , ο πληροφοριοδότης
  5. ο ντελάλης, ο κήρυκας (π.χ. στον Ιππόδρομο του Βυζαντίου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]