μανδαρίνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανδαρίνος μανδαρίνοι
γενική μανδαρίνου μανδαρίνων
αιτιατική μανδαρίνο μανδαρίνους
κλητική μανδαρίνε μανδαρίνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανδαρίνος < γαλλική mandarin < πορτογαλική mandarim

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανδαρίνος αρσενικό

  1. τίτλος που δινόταν άλλοτε στην Κίνα και στην Kορέα, σε ανώτατους κρατικούς λειτουργούς
  2. ο ανώτερος διοικητικός υπάλληλος
  3. (μειωνεκτικά: ο χαρτογιακάς, δηλαδή ο γραφειοκράτης (δημόσιος ή επιχειρηματικός) υπάλληλος ή αξιωματούχος που υπηρετεί τυφλά τους ανώτερούς αποσκοπώντας σε ίδιον όφελος, αντί της υπηρεσίας.
  4. οι κρατικοί λειτουργοί οι οποίοι με δολοπλοκίες «εν κρυπτώ και παραβύστω» προσπαθούν να αναρριχηθούν στην διοικητική μηχανή του κράτους, χρησιμοποιούν τον «τύπο» των νόμων και των διατάξεων προκειμένου να κερδίσουν υλικά οφέλη ικανοποιώντας προσωπικές φιλοδοξίες και αγνοώντας τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου
  5. ο σχολαστικός δημόσιος υπάλληλος στο γράμμα του νόμου και τους τύπους
  6. (μειωνεκτικά) ο καρεκλοκένταυρος, ο γραφειοκράτης που προσπαθεί με κάθε μέσο να διατηρήσει το πόστο του ή την καρέκλα του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]