Μετάβαση στο περιεχόμενο

μανδραγόρας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μανδραγόρας οι μανδραγόρες
      γενική του μανδραγόρα των μανδραγόρων
    αιτιατική τον μανδραγόρα τους μανδραγόρες
     κλητική μανδραγόρα μανδραγόρες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Mandragora autumnalis

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μανδραγόρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μανδραγόρας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μανδραγόρας αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μανδραγόρᾱς οἱ μανδραγόραι
      γενική τοῦ μανδραγόρου τῶν μανδραγορῶν
      δοτική τῷ μανδραγόρ τοῖς μανδραγόραις
    αιτιατική τὸν μανδραγόρᾱν τοὺς μανδραγόρᾱς
     κλητική ! μανδραγόρ μανδραγόραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μανδραγόρ
γεν-δοτ τοῖν  μανδραγόραιν
1η κλίση, ομάδα 'νεανίας', Κατηγορία 'νεανίας' όπως «νεανίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μανδραγόρας < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μανδραγόρας, -ου αρσενικό