μανδύας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μανδύας < αρχαία ελληνική μανδύας ή μανδύα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μανδύας αρσενικό

  1. αρχαίο ένδυμα από χοντρό ύφασμα χωρίς μανίκια, που καλύπτει την πλάτη και μπορεί να τυλίξει όλο τον κορμό, ενώ συγκρατείται μπροστά με μία πόρπη
  2. αρχιερατικό άμφιο στην ορθόδοξη εκκλησία
  3. (γεωλογία) το στρώμα μεταξύ του εξωτερικού πυρήνα της Γης και του φλοιού
  4. πρόσθετο προστατευτικό δομικό στρώμα σε κατασκευές
    Ενισχύσεις τοίχων με μανδύα σκυροδέματος
  5. (μεταφορικά) αυτό που αποκρύπτει μια αρνητική κατάσταση
    οικολογική καταστροφή με μαδύα νομιμότητας

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]