μανδύας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μανδύας οι μανδύες
      γενική του μανδύα των μανδυών
    αιτιατική τον μανδύα τους μανδύες
     κλητική μανδύα μανδύες
Κατηγορία όπως «γαλαξίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανδύας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μανδύας (αρσενικό) ή ελληνιστική κοινή μανδύα (θηλυκό)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανδύας αρσενικό

  1. (ιστορία, ενδυμασία) αρχαίο ένδυμα από χοντρό ύφασμα χωρίς μανίκια, που καλύπτει την πλάτη και μπορεί να τυλίξει όλο τον κορμό, ενώ συγκρατείται μπροστά με μία πόρπη
  2. αρχιερατικό άμφιο στην ορθόδοξη εκκλησία
  3. (γεωλογία) το στρώμα μεταξύ του εξωτερικού πυρήνα της Γης και του φλοιού
  4. πρόσθετο προστατευτικό δομικό στρώμα σε κατασκευές
    Ενισχύσεις τοίχων με μανδύα σκυροδέματος
  5. πλαστική επιφάνεια γύρω από καλώδιο
    μανδύας καλωδίου
  6. (μεταφορικά) αυτό που αποκρύπτει μια αρνητική κατάσταση
    οικολογική καταστροφή με μαδύα νομιμότητας

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μανδύᾱς οἱ ...?...αι
      γενική τοῦ μανδύου τῶν μανδυῶν
      δοτική τῷ μανδύ τοῖς μανδύαις
    αιτιατική τὸν μανδύᾱν τοὺς μανδύᾱς
     κλητική ! μανδύ ...?...αι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μανδύ
γεν-δοτ τοῖν  μανδύαιν
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την προσωδία
του δίχρονου φωνήεντος στην παραλήγουσα.
Δεν γνωρίζουμε πώς τονίζεται η ονομαστική πληθυντικού.
1η κλίση, ομάδα 'νεανίας', Κατηγορία όπως «νεανίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανδύας < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανδύας

Πηγές[επεξεργασία]