μανιάτικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μανιάτικος μανιάτικη μανιάτικο
γενική μανιάτικου μανιάτικης μανιάτικου
αιτιατική μανιάτικο μανιάτικη μανιάτικο
κλητική μανιάτικε μανιάτικη μανιάτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μανιάτικοι μανιάτικες μανιάτικα
γενική μανιάτικων μανιάτικων μανιάτικων
αιτιατική μανιάτικους μανιάτικες μανιάτικα
κλητική μανιάτικοι μανιάτικες μανιάτικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανιάτικος < Μανιάτης + -ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ˈɲa.ti.kɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μανιάτικος, -η, -ο

  1. που προέρχεται από τη Μάνη ή αναφέρεται σε αυτήν και τους Μανιάτες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]