μανιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μανιακός μανιακή μανιακό
γενική μανιακού μανιακής μανιακού
αιτιατική μανιακό μανιακή μανιακό
κλητική μανιακέ μανιακή μανιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μανιακοί μανιακές μανιακά
γενική μανιακών μανιακών μανιακών
αιτιατική μανιακούς μανιακές μανιακά
κλητική μανιακοί μανιακές μανιακά

.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μανιακός < αρχαία ελληνική μανιακός (μαινόμενος)

Open book 01.svg Επίθετο[]

μανιακός, ή, ό

  1. που διακατέχεται από μανία, που είναι μανιώδης συνήθως με αρνητική έννοια για την υπερβολή των συναισθημάτων και των ενεργειών του
    μανιακός με την καθαριότητα - μανιακός δολοφόνος


32πχ Μεταφράσεις[]