μανιβέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανιβέλα μανιβέλες
γενική μανιβέλας
αιτιατική μανιβέλα μανιβέλες
κλητική μανιβέλα μανιβέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανιβέλα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανιβέλα θηλυκό

  1. μοχλός που πατιέται με το πόδι ή στρέφεται με το χέρι, προκειμένου να ξεκινήσει να λειτουργεί ένας κινητήρας
    πατούσε συνέχεια τη μανιβέλα της μοτοσυκλέτας, αλλά είχε μπουκώσει και δεν έπαιρνε με τίποτα μπροστά

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]