μανιβέλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανιβέλα μανιβέλες
γενική μανιβέλας
αιτιατική μανιβέλα μανιβέλες
κλητική μανιβέλα μανιβέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανιβέλα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανιβέλα θηλυκό

  1. μοχλός που πατιέται με το πόδι ή στρέφεται με το χέρι, προκειμένου να ξεκινήσει να λειτουργεί ένας κινητήρας
    πατούσε συνέχεια τη μανιβέλα της μοτοσυκλέτας, αλλά είχε μπουκώσει και δεν έπαιρνε με τίποτα μπροστά

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]