μανιερισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανιερισμός μανιερισμοί
γενική μανιερισμού μανιερισμών
αιτιατική μανιερισμό μανιερισμούς
κλητική μανιερισμέ μανιερισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανιερισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανιερισμός αρσενικό

  1. (τέχνη) η επιτήδευση στο ύφος και στην τεχνοτροπία καλλιτεχνικού έργου, η έλλειψη φυσικότητας και πρωτοτυπίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]