μανικιουρίστα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μανικιουρίστα οι μανικιουρίστες
      γενική της μανικιουρίστας
    αιτιατική τη μανικιουρίστα τις μανικιουρίστες
     κλητική μανικιουρίστα μανικιουρίστες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανικιουρίστα < θηλυκό του μανικιουρίστα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανικιουρίστα θηλυκό

  1. γυναίκα που κάνει μανικιούρ στα χέρια άλλων, στων πελατών και πελαττισών της


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

μανικιουρίστα

  1. το αρσενικό μανικιουρίστας, στη γενική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
  2. το θηλυκό μανικιουρίστα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού