μανιοκαταθλιπτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μανιοκαταθλιπτικός μανιοκαταθλιπτική μανιοκαταθλιπτικό
γενική μανιοκαταθλιπτικού μανιοκαταθλιπτικής μανιοκαταθλιπτικού
αιτιατική μανιοκαταθλιπτικό μανιοκαταθλιπτική μανιοκαταθλιπτικό
κλητική μανιοκαταθλιπτικέ μανιοκαταθλιπτική μανιοκαταθλιπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μανιοκαταθλιπτικοί μανιοκαταθλιπτικές μανιοκαταθλιπτικά
γενική μανιοκαταθλιπτικών μανιοκαταθλιπτικών μανιοκαταθλιπτικών
αιτιατική μανιοκαταθλιπτικούς μανιοκαταθλιπτικές μανιοκαταθλιπτικά
κλητική μανιοκαταθλιπτικοί μανιοκαταθλιπτικές μανιοκαταθλιπτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανιοκαταθλιπτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μανιοκαταθλιπτικός

  1. που πάσχει από μανιοκατάθλιψη
  2. σχετικός με τη μανιοκατάθλιψη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανιοκαταθλιπτικός αρσενικό