μανιταρόφιλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μανιταρόφιλος (νεολογισμός) < μανιτάρ(ι) + -ο- + -φιλος
Επίθετο
[επεξεργασία]μανιταρόφιλος, -η, -ο
- (νεολογισμός) που του αρέσουν τα μανιτάρια
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μανιταρόφιλος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- μανιταρόφιλος - Χριστοφίδου Αναστασία, (επιμ.), Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 9-10, έτος 2009. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr