μανιφατούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανιφατούρα μανιφατούρες
γενική μανιφατούρας
αιτιατική μανιφατούρα μανιφατούρες
κλητική μανιφατούρα μανιφατούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανιφατούρα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανιφατούρα θηλυκό

  1. μονάδα παραγωγής αγαθών, ιδίως υφασμάτων με μορφή οικοτεχνίας ή βιοτεχνίας
  2. χειρονακτικό βιοτεχνικό προϊόν


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]