μανουάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανουάλι μανουάλια
γενική μανουαλιού μανουαλιών
αιτιατική μανουάλι μανουάλια
κλητική μανουάλι μανουάλια

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

μανουάλι < μεσαιωνική ελληνική μανουάλι(ο)ν < μεσαιωνική λατινική candelabrum manuale (=κηροπήγιο φορητό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανουάλι ουδέτερο

  1. αντικείμενο σε ναό με επιδαπέδια βάση και υποδοχές για κεριά (κηροπήγιο) ή δοχείο με άμμο, στο οποίο οι εκκλησιαζόμενοι τοποθετούν τα αναμμένα κεριά τους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]