μανούβρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μανούβρα οι μανούβρες
      γενική της μανούβρας
    αιτιατική τη μανούβρα τις μανούβρες
     κλητική μανούβρα μανούβρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανούβρα < γαλλική manoeuvre

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανούβρα θηλυκό

  1. ο ελιγμός κατά την οδήγηση ή πλοήγηση
  2. ο ελιγμός στη συμπεριφορά για να αποφευχθεί κάτι ανεπιθύμητο
  3. η παρελκυστική τακτική με άσκοπες κινήσεις, ενέργειες, συζητήσεις με στόχο την αναβολή μιας ενέργειας ή απόφασης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]